26 juin 2005
Traductions en grec
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΝΕΥΜΑ
(L'esprit de famille)
Τι θα μπορούσε άραγε ν’ αναγκάσει ένα φάντασμα να ’ρθει απρόσκλητο μέσα στη νύχτα σε μία πολυκατοικία που κτίσθηκε στα τέλη του ’60;
Ήταν η ερώτηση που έπρεπε να κάνω στον εαυτό μου πριν να είναι πολύ αργά.
Το δικό μου φάντασμα ερχόταν τακτικά γύρω στη μία το πρωί, γκρινιάζοντας μέσα στη γαλάζια αύρα του, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος ν’ αποκοιμηθώ. Και μ’ ανάγκαζε ν’ ανάβω τα φώτα!
Ήμουν άπειρος ως προς τα φαντάσματα, άσε που ποτέ δεν είχα σε εκτίμηση τις σχετικές γελοίες υποθέσεις για τον παράλληλο κόσμο και τις περιπλανώμενες ψυχές. Τι μπορούσα να κάνω λοιπόν, με το φάντασμα του θείου Ρενέ, νεκρού πάνω από ένα χρόνο, όταν ξαφνικά εμφανίσθηκε στο διαμέρισμά μου;
Καθόμουν στο γραφείο μου, απασχολημένος με το θέμα του επόμενου βιβλίου μου. Σηκώθηκα να βάλω άλλο ένα κονιάκ, και να ’τος!
-Τι θες; τον ρώτησα, αρκετά ταραγμένος.
-Θέλεις πραγματικά να μάθεις;
Η απάντησή του με μπέρδεψε. Ο τόνος της φωνής ήταν επιβλητικός, συνοδευόμενος από θροΐσματα και κίνηση αλυσίδων, πολύ ενοχλητικά για μια τέτοια κουβέντα.
-Λοιπόν πώς κι αποφάσισες να εγκατασταθείς έτσι στο διαμέρισμά μου απρόσκλητος;
-Σου είναι ενοχλητικό;
-Αρκετά…
-Ε και λοιπόν!… Για μια φορά θα παρακάμψουμε τους τύπους.
Έριξε μια ματιά στις σημειώσεις μου, δίπλα στον υπολογιστή:
-Τι γράφεις;
-Τίποτα που να σ’ ενδιαφέρει. Τι ακριβώς θέλεις;
Με ύφος μεγάλης σιγουριάς μου απάντησε:
-Θα το μάθεις αρκετά γρήγορα, μη βιάζεσαι…
-Και σκοπεύεις να μείνεις πολύ;
-Όσο χρειαστεί. Τι παράξενη ερώτηση!
Το μόνο που μου έμενε ήταν να συμβιβαστώ: φαινόταν αποφασισμένος
-Θα δεις, η συντροφιά μου μπορεί να γίνει πολύ ευχάριστη, πρόσθεσε με χαρούμενο ύφος.
-Θα πρέπει να ’χεις αλλάξει πολύ.
-Σίγουρα…
Πέταξε ως το ταβάνι, κάνοντας ένα χορευτικό σόλο αρκετά εντυπωσιακό σε σχέση με τα κιλά που κάποτε κουβαλούσε.
Έθιξα αμέσως το θέμα της συμβίωσης σ’ ένα τόσο περιορισμένο χώρο και τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν. Όμως όλα αυτά δεν τον ενδιέφεραν καθόλου. Έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα του θρασύς.
Η βαριά του σιλουέτα πλανήθηκε για μια στιγμή πάνω απ’ το πάτωμα, κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι και ξάπλωσε, με τα παπούτσια του, παρακαλώ!
-Μήπως έχεις κάτι ζεστό; με ρώτησε λίγο πιο φιλικός.
-Ζεστό;
-Ένα τσαγάκι με κονιάκ;
Έριξε μια πονηρή ματιά προς το μπουκάλι:
-Μάλλον άρπαξα κρύο, χτες βράδυ, καθώς στοίχειωνα τις όχθες του Σηκουάνα. Ο χειμώνας μπήκε νωρίς φέτος.
-Λοιπόν, θα εγκατασταθείς πράγματι στο σπίτι μου;
-Ανάμεσα σ’ άλλα… ήρθα και για να σου κάνω μια πρόταση.
-Τι είδους πρόταση;
-Θα δεις…Έχει πολύ ενδιαφέρον και για τους δυο μας. Δυστυχώς, τώρα πρέπει να φύγω. Eχω μια δουλίτσα να τελειώσω. Τυχαία πέρασα, είδα φως και μπήκα. Αύριο θα ’ρθω λιγάκι νωρίτερα και θα μιλήσουμε για όλα αυτά, εντάξει; Ciao, ανιψιέ μου!
Άνοιξε την παλάμη του, άφησε ένα φιλί και το φύσηξε προς το μέρος μου.
Την επόμενη νύχτα, ο θείος μου εμφανίστηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι, φορώντας φθαρμένες μεταξωτές πυτζάμες και το γνωστό μπεζ μπερέ του, έτοιμος για μουρμούρα. Είχα γυρίσει αρκετά αργά απ’ το καζίνο.
-Έχεις καταλάβει τι ώρα είναι; με ρώτησε με ύφος σκληρό.
-Ναι, δύο και δέκα…
-Την επόμενη φορά, να είσαι στην ώρα σου, εντάξει;
Ακόμα κι ο πατέρας μου δεν μου είχε μιλήσει ποτέ μ’ αυτόν τον τρόπο!
Ενδιαφέρθηκε επίσης για την κατάσταση του πορτοφολιού μου:
-Λοιπόν, έχασες;
-Όπως πάντα.
(Μα τι τον ένοιαζε!)
-Αν σ’ έβλεπε η καημένη η μητέρα σου!
-Ξέρεις, συνέχισα, σκέφτηκα πολύ προσεκτικά όλη μέρα. Τελικά, δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ν’ ανεχθώ κι άλλο αυτή την ανάκριση. Δεν μπορείς να με αφήσεις στην ησυχία μου και να πας να στοιχειώσεις κάπου αλλού;
-Δεν θα κουνηθώ από ‘δω, βάλτο καλά στο κεφάλι σου!
-Α… έτσι; Λοιπόν, μετακομίζω! Το πήρα απόφαση. Θα έχεις το διαμέρισμα όλο δικό σου. Δεν βλέπω άλλη λύση.
Η αύρα του πυρακτώθηκε:
-Κι εγώ θα σε στείλω στο διάολο!
Kαι με δόλιο ύφος πρόσθεσε :
-Έτσι κι αλλιώς εκεί θα καταλήξεις…
Ένα μακρόσυρτο ρίγος απλώθηκε στην πλάτη μου.
Ο θείος μου ξαναπήρε ξαφνικά το επίμονο, απαιτητικό του ύφος. Κατάλαβα αμέσως πως δεν θα ’ταν εύκολο να τον ξεφορτωθώ.
-Ω, λα λα! Τι μούτρα είναι αυτά! Ηρέμησε, έχουμε πολλά ακόμα να πούμε εμείς οι δύο, ανιψιέ. Ξέρεις, κατά βάθος σ’ αγαπώ πολύ…
-Α, ναι;
Να κάτι καινούργιο.
-Σε παραξενεύει;
-Ποτέ δεν μιλούσαμε πολύ εμείς οι δυο.
-Νομίζεις πως αυτό είναι το θέμα μας;
Ανασηκώθηκε και κάθισε στο πλάι. Η μύτη του έτρεχε. Του πέταξα ένα πακέτο χαρτομάντιλα.
-Δεν φαίνεται να τα πηγαίνεις καλύτερα, του είπα με υπερβολική συμπόνια.
-Μπααα…Δυο ώρες σε περιμένω, και δεν είχες καν τη λεπτότητα ν’ αφήσεις ανοιχτό το καλοριφέρ.
-Είναι γιατί δεν έχω λεφτά για πέταμα.
-Να μη τα πετάς στις πράσινες τσόχες!
-Βρε, δεν κοιτάς λίγο τη δουλειά σου, επιτέλους! Είναι απίστευτο! Έχω περάσει την ηλικία για τέτοιες παρατηρήσεις, δεν νομίζεις;
Είχα τσαντιστεί για τα καλά πια. Ήθελα πολύ να καταλάβω πώς κατάφερνε να παραμένει πάνω στο κρεβάτι, σ’ ένα στρώμα που δεν βούλιαζε και με τα σεντόνια ατσαλάκωτα. Ήταν εκπληκτικό.
Ο θείος μου πήρε μια βαθιά ανάσα:
-Θυμάσαι τον γείτονα μου, τον Μπάρμπα Σαφουάν;
-Αμυδρά…
-Το παλιογούρουνο! (Μια ερυθρή χροιά εμφανίστηκε στην αύρα του)
-Μα γιατί τόση μεγάλη αγάπη; Δεν ήσασταν φίλοι;
-Ποτέ!
-Μα πηγαίνατε συχνά μαζί διακοπές, αν θυμάμαι καλά.
Ο θείος μου ξαναπήρε μια βαθιά ανάσα.
-Παλιά… Τώρα ο βρωμιάρης μού ’γινε ανοιχτή πληγή.
-Λοιπόν, πες μου, και μετά άφησέ με να δουλέψω.
Ο θείος μου αναστατώθηκε. Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω απ’ τις κόγχες και τα πόδια του απέκτησαν μια φιδίσια κίνηση.
-Ο Σαφουάν, είναι εραστής της θείας σου...
-Η θεία Ζήνα είχε εραστή;
(Μπράβο θεία!)
Τον έπιασε βήχας, πήρε ένα καινούριο χαρτομάντιλο κι άφησε το πρώτο να αιωρείται στον αέρα.
-Όχι «είχε»… «Έχει»! Είναι εραστής της, σου λέω! Εδώ κι έξι μήνες… Σε πληροφορώ επίσης, ότι ο γέρο τσιφούτης άρχισε να σκάβει τον κήπο του σπιτιού για να βρει τα ψιλά μου. Αλλά κάτι τέτοιο δεν θα το επιτρέψω!
-Και τι σ’ενοχλεί, αφού είσαι νεκρός;
-Ε και; Δεν μπορούσαν να περιμένουν λίγο; Τι ντροπή, τι ξεφτίλα! Μπορείς να καταλάβεις πώς νοιώθω... Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω ότι δεν είχα μια πρέπουσα κηδεία. Αυτό πολύ με τσάντισε. Ύστερα, δεν θέλω έναν ξένο να ξοδεύει τα λεφτά μου! Είναι δικά μου! Πήρε τη γυναίκα μου, δεν του φτάνει; Ο γερο-Μιζέριας! Kι η παλιόκοτα, που ατίμασε την οικογένεια μας! Θα την τακτοποιήσω κι αυτή αργότερα…
-Καλά! Εμένα τι με νοιάζουν όλα αυτά;
Η φωνή του έγινε ξαφνικά πιο απαλή, σχεδόν ψιθύριζε.
-Άκου πρώτα την πρόταση που έχω να σου κάνω, αγόρι μου. Και βέβαια σε νοιάζει. Ξέρω πολύ καλά πως χρειάζεσαι λεφτά, πολλά λεφτά. Με τα βιβλία σου δεν μπορείς να ζήσεις. O μισθός σου δεν αρκεί για να ξεχρεώσεις όσα χρωστάς στο καζίνο. Θα ’θελες ν’ αφήσεις τη δουλειά σου σαν βοηθός λογιστή και ν’ ασχοληθείς περισσότερο με το γράψιμο, έτσι δεν είναι;
-Και λοιπόν;
-Λοιπόν, θέλω να τον σκοτώσεις! Να! Σ’ το λέω ξεκάθαρα: θέλω να μου τον στείλεις εδώ για να τα πούμε σαν άντρες.
-(!)
-Θα τον τακτοποιήσω, να είσαι σίγουρος… Απλά δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου, όπως βλέπεις. Η επιρροή μου πάνω στην ύλη είναι πολύ αδύναμη ακόμα, κι ο χρόνος μου περιορισμένος για να μάθω. Χρειάζομαι λοιπόν τη βοήθειά σου. Πρέπει να μου τον στείλεις εδώ.
-Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Μου ζητάς να δολοφονήσω έναν άνθρωπο! Δεν θα ’κανα ποτέ κάτι τέτοιο!
Ήμουν εκτός εαυτού.
-Καλά, καλά μικρέ μου ανιψιέ, ηρέμησε! Σ’ το ζητάω για μια μόνο φορά, κάντο για τον θείο σου. Υποθέτω ότι έχεις ακόμα μέσα σου λίγο απ’ το οικογενειακό μας πνεύμα, όχι; Και στο κάτω κάτω, δεν θα χάσεις…
-Επίτρεψέ μου ν’ αμφιβάλω! Στην περίπτωση που δεν το έχεις καταλάβει, είμαι ακόμα ζωντανός. Υπάρχει η αστυνομία, η φυλακή, οι τύψεις, η μετάνοια… Επίσης, εμάς τους δύο, μας ενώνει μόνο ο γάμος σου με τη θεία.
-Η μετάνοια! Πάντα δεν μας βόλεψε καλά;
-Εσένα, μπορεί…
-Σου το ζητάω σαν μια εξυπηρέτηση, μια μικρή εξυπηρέτηση. Ο γέρο βλάκας είναι πολύ άρρωστος, η καρδιά του… Αρκεί να σπρώξεις λίγο τα πράγματα. Απλούστατο… Πήγαινε στην οδό Μπλάνς, τρέξε σπίτι του και σπάσε του το θώρακα! Πραγματικά, τι σου είναι; Από τι κινδυνεύεις; Α, τον αλήτη, θα μου το πληρώσει! Να εκμεταλλευτεί έτσι μια γριά γυναίκα, μια χήρα! Ν’ αρπάξει τα λεφτά μου! Τρέξε, σου λέω!
-Για στάσου! Δεν έχεις ιδέα τι μου ζητάς! Αφού είναι τόσο άρρωστος, όσο λες, κάνε λίγη υπομονή. Στο κάτω-κάτω έχεις αιώνες μπροστά σου.
-Μα εκεί είναι το πρόβλημα. Θα το έκανα, βεβαίως, χωρίς να υποχρεωθώ σε κανέναν, αλλά σε δυο βδομάδες φεύγω απ’ το καθαρτήριο και μετά θα ’ναι αργά. Πολύ αργά! Πώς θες να τον εκδικηθώ απ’ τον παράδεισο; Παίζοντάς του άρπα; Όχι, όχι, όχι! Δεν πρέπει να χάσω την ευκαιρία αυτή. Ή τώρα ή ποτέ. Δεν έχεις σχεδόν τίποτα να κάνεις, παρά μόνο να τον φοβίσεις όσο ποτέ στη ζωή του. Η καρδιά του δεν θα αντέξει, να ’σαι σίγουρος. Πραγματικά, τίποτα πιο εύκολο, ιδιαίτερα για σένα...
-Όχι και τόσο απλό!
-Για ανταμοιβή, θα σου πω πού θα βρεις το κομπόδεμά μου.
-Ποιο κομπόδεμα;
-«The» κομπόδεμα, my dear, που όλοι έψαχναν τόσο απελπισμένα μετά το θάνατό μου. Θα είναι δικό σου, και μόνο δικό σου. Δεν θα έχεις πια κανένα οικονομικό πρόβλημα. Εγγυημένα…Εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδες Ευρώ, ούτε ένα λιγότερο. Καλό, ε; Όλες οι οικονομίες μιας τσιγκούνικης ζωής, όπως θα ’λεγε κι η θεία σου, η παλιοπουτάνα. Αρκετά για να γράψεις πέντε, δέκα βιβλία, με την ησυχία σου, κι ακόμα και να τα εκδόσεις αν θες! Σκέψου το καλά. Πρέπει να το κάνεις… Κάντο, σε παρακαλώ! Σε ικετεύω…
Έπεσε στα γόνατα σαν καλόγρια, με τα παχιά του χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα του πάνω μου, λες και κοίταζε το Χριστό! Μετά έστρεψε το χοντρό του κεφάλι προς το παράθυρο:
-Δυστυχώς χαράζει, και πρέπει να σ’αφήσω. Κρίμα!…Θα ξαναμιλήσουμε για όλα αυτά αύριο βράδυ, έτσι; Να ’σαι στην ώρα σου. Έχεις όλη τη μέρα στην διάθεση σου να τα σκεφτείς και να καταλάβεις ποιο είναι το συμφέρον σου. Άντε καλή ξεκούραση, αγόρι μου…
Ο θείος μου εξαφανίστηκε. Το διαμέρισμα ξαναβρήκε επιτέλους την ησυχία του κι εγώ θα μπορούσα να ηρεμήσω, για λίγες ώρες μόνο, πριν φύγω για τη δουλειά. Ήμουν αρκετά ταραγμένος. Πεινούσα. Το στομάχι μου πονούσε. Μάλλον ήταν μια καινούρια κρίση. Θα πέρναγε κι αυτή… Στον καθρέφτη του μπάνιου το πρόσωπό μου έδειχνε πιο χλωμό από ποτέ. Ήταν σίγουρα κακός οιωνός.
Στο γραφείο, ως συνήθως, ο προϊστάμενος συνέχισε να μου φέρεται σαν ένα τίποτα. Μ’ έστειλε αρκετές φόρες έξω να πάρω καφέδες και σάντουιτς για το προσωπικό και τους επισκέπτες. Ποτέ δεν είχα ακούσει μια καλημέρα ή μια καλή κουβέντα απ’ τους συναδέλφους μου. Έτσι ήταν απ’ την πρώτη μέρα της πρόσληψής μου στην Adecco. Καταλάβαινα ότι δεν με συμπαθούσαν, πως με κοιτούσαν καχύποπτα, αν κι έκανα τα πάντα για να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους. Δυστυχώς, και παρόλη την καλή μου διάθεση να προσαρμοστώ, δυσανασχετούσα κάθε φορά που σκεφτόμουν ότι έπρεπε να λιμάρω τους κυνόδοντές μου. Λίγο από φόβο πόνου, ομολογώ, αλλά επίσης γιατί, όπως όλοι του είδους μου, δεν μπορούσα να συγχωρήσω την ύπαρξη των οδοντογιατρών. Μπορεί αυτό να ήταν το μοναδικό πρόβλημα, το πραγματικό εμπόδιο ανάμεσα σ’ εμένα και τους συναδέλφους μου.
Στις επτά και μισή καθώς έπεφτε η νύχτα, μόνος μου πια, μάζεψα αργά τα πράγματά μου, κοίταξα μια τελευταία φορά τη μεγάλη άψυχη αίθουσα που είχα περάσει τόσες ώρες, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους αριθμούς, προσπαθώντας να κερδίσω λίγη στοργή απ’ τους συναδέλφους μου που θαύμαζα τόσο πολύ. Χαιρέτησα την παρούσα ζωή μου. O άνθρωπος τελικά δεν εκτιμά τις διαφορές, ούτε κι αυτούς που προσπάθησαν να τον αγαπήσουν. Αυτό έμαθα κατά την διάρκεια της παραμονής μου μαζί τους. Ήταν ένα φοβερό λάθος, μια μεγάλη ψευδαίσθηση κι απογοήτευση μαζί, το ότι ήθελα τόσο πολύ να τους μοιάσω. Πήρα την απόφασή μου. Δεν χρειαζόταν να περιμένω ή να το σκεφτώ παραπάνω. Έπρεπε απλά ν’ αποδεχτώ τον εαυτό μου και να γυρίσω στους δικούς μου. Άνοιξα το μεγάλο παράθυρο του γραφείου, άφησα να μπουν οι νιφάδες του πρώτου χιονιού, και πέταξα ολοταχώς προς την οδό Μπλάνς, με τη μορφή μιας τεράστιας νυχτερίδας αυτή τη φορά.
Πώς κάπνιζα το Μερκαντούρ
(Comment j'ai fumé le Mercantour)
Εδώ και μια βδομάδα, η προοπτική του ταξιδιού μου στις Βρυξέλλες μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Όχι πως πίστευα ότι ήμουν λιγότερο άξιος από οποιονδήποτε άλλον για να πάρω μέρος στο συνέδριο του Ευρωτουρισμού – αντίθετα θα τολμούσα να πω – αλλά το να φύγω απ’ το Παρίσι ακριβώς τότε μου φαινότανε παράκαιρο.
Όσο πλησίαζε η στιγμή της αναχώρησης τόσο περισσότερο ένοιωθα να μεγαλώνει μέσα μου μια αρκετά δυνατή ανάγκη να μείνω σπίτι μου, αντίθετα βέβαια μ’ ό,τι έλεγα εδώ κι αρκετόν καιρό για την επιθυμία μου να φύγω απ’ την πρωτεύουσα. Όπου πήγαινα, το μυαλό μου δεν σταματούσε ν’ αναμασάει αυτή την τρελή σκέψη: δεν πρέπει να πας στις Βρυξέλλες!
Στηριγμένος στον πάγκο ενός μπαρ, αποφασισμένος να κάνω επιτέλους το κέφι μου, οι ανησυχίες μου ξαναέρχονταν με το παραπάνω. Κάπνιζα το ένα τσιγάρο πίσω απ’ τ' άλλο και δεν μπορούσα με τίποτα ν’ ακολουθήσω κάποια κουβέντα. Το χειρότερο όμως ήταν, ότι δεν μπορούσα να κάνω ούτε καν το καμάκι μου, ε, κι αυτό ήταν αφόρητο. Δεν καταλάβαινα πια τι γινόταν μέσα μου. Ήταν απλά ένα ταξίδι, όπως όλα τ’ άλλα που είχα κάνει μέχρι τώρα. Γιατί λοιπόν το ένστικτό μου το απέρριπτε μ’ έναν τρόπο τόσο κατηγορηματικό;
Από το γραφείο, πήρα τηλέφωνο την καλή μου φίλη την Κατερίνα και της είπα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσουμε, όχι τηλεφωνικά όμως, από κοντά, αφού ήθελα να μου ρίξει τα ταρό. Μου αρνήθηκε έναν καφέ στο Zig Zag café το ίδιο βράδυ, αλλά με κάλεσε για δείπνο την επόμενη Κυριακή. Καλό αυτό, αφού είχαμε περίπου δυο μήνες να τα πούμε. Με διαβεβαίωσε ότι κι εκείνη είχε πολλά να μου πει.
Ευτυχώς η εβδομάδα κύλησε γρήγορα. Μ’όλες τις ανησυχίες μου, συν ένα γαμήσι σκέτη αποτυχία και τα μούτρα που μου ’καναν οι μούτζες στο γραφείο, τα νεύρα μου είχαν γίνει κρόσσια. Το κέφι μ’ είχε εγκαταλείψει για τα καλά. Σίγουρα ήθελα να φύγω, όμως όχι στις Βρυξέλλες. Παρόλο που δεν ήξερα καν αυτή την πόλη!
Τη Κυριακή, έφτασα στην Κατερίνα γύρω στις 17.30 με χέρια γεμάτα από λουλούδια και μ’ ένα μπουκάλι εξαιρετικό Gevrey-chambertin. Το κρασί μου ’χε κοστίσει ένα σκασμό λεφτά.
Με το που πέρασα την πόρτα, έπεσα πάνω στον γκόμενό της, που έβγαινε από το μπάνιο τρίβοντας την κοιλιά του. Σοκαρίστηκα. Όχι που τριβότανε, αλλά που ήταν εκεί. Ήταν απρόβλεπτο. Μόλις είχε γυρίσει από ένα γρήγορο ταξίδι στη Νίκαια για την κηδεία του παππού του. «Έκπληξη!» υπογράμμισε η Κατερίνα μ’ ένα κλείσιμο του ματιού. Ατυχία θα έλεγα εγώ, αφού η αρρωστημένη ζήλια του Νταν μ’ είχε βάλει πολλές φορές σε άσχημες καταστάσεις απέναντι στη φίλη μου, με αποτέλεσμα να απομακρυνόμαστε. Την έβλεπα όλο και πιο αραιά. Άσε που πίστευα ότι ο Νταν δεν με πολυπήγαινε γενικότερα.
Εκείνη την ημέρα όμως με καλωσόρισε αρκετά φιλικά με χτυπηματάκια στην πλάτη. Κάτι που κυριολεκτικά μισούσα. Αντί να μου σφίξει το χέρι, όπως έκανε πάντα, με τράβηξε κοντά του και με φίλησε! Αυτό όμως, δεν με εμπόδιζε να μετανιώσω που πήρα ένα τόσο ακριβό κρασί. Θα προτιμούσα να το ‘πινα μόνος μου με τη φίλη μου.
Η Κατερίνα έφυγε αμέσως για την κουζίνα κι άφησε τον Νταν ν’ ανοίξει το δώρο που είχα φέρει. Έβγαλε με προσοχή το μπουκάλι απ’ το αμπαλάζ κι έριξε μια ματιά στην ετικέτα. Μου φάνηκε αρκετά ικανοποιημένος. Μετά, με τράβηξε στο σαλόνι και, αφού έβαλε τα λουλούδια σ’ ένα βάζο, με ρώτησε για την υγεία μου. «Καλά…» του απάντησα χωρίς να επιμείνω και πολύ.
Με τον Νταν είχα συνηθίσει να προσέχω την κάθε μου αντίδραση. Η απόσταση μεταξύ μας έκανε τα πράγματα λίγο πιο υποφερτά για όλους, αλλά συνέχεια μου φαινόταν έτοιμος να ξεπεράσει τα όρια και να μου επιτεθεί με την παραμικρή παρέκκλιση που θα έκανα, ιδιαίτερα αν πλησίαζα την Κατερίνα. Για ν’ αποφύγουμε τα προβλήματα, απέφευγα να της κρατάω το χέρι, να την φιλάω, να εκφράζω την τρυφερότητά μου. Πάντα κρατούσα απόσταση, και στα λόγια μου ακόμα. Έτσι προτιμούσαμε να βλεπόμαστε μόνοι μας και κρυφά από δαύτον.
Εκείνη την ημέρα όμως, όπως το είπα: ατυχία... Ήταν εκεί με το απαίσιο κίτρινό του σορτς, μισόγυμνος, και παράξενα ευχαριστημένος που μ’ έβλεπε.
Η Κατερίνα είχε μαγειρέψει μοσχάρι κρασάτο. Γνωρίζοντας την απέχθειά μου προς το ζελατινοειδές κρέας, είχε διαλέξει κομμάτια καθαρά κι από λίπος. Αυτή η χειρονομία της μου έκανε διπλή ευχαρίστηση, αφού το σπιτικό φαΐ, πόσο μάλλον το γνήσιο γαλλικό φαΐ, είχε γίνει για μένα μακρινή ανάμνηση. Δεν μαγείρευα πια, ή πολύ σπάνια. Για έναν εργένη είναι μεγάλο μπέρδεμα. Και καθόλου οικονομικό. Γενικά, αγόραζα έτοιμα μαγειρευτά ή κατεψυγμένα στο σούπερ μάρκετ, ή ακόμα και σάντουιτς στον Άραβα κάτω απ΄ το σπίτι μου. Τα κατάφερνα έτσι χωρίς ν’ ασχολούμαι με πολλά ψώνια και κατσαρόλες. Το καλοκαίρι έφτιαχνα πολυσαλάτες πρακτικότατες· ένα μεγάλο μπολ μου αρκούσε για δύο και τρεις ημέρες. Είχα μόνο ν’ αγοράσω το ψωμί μου ή να το βγάλω απ’ την κατάψυξη.
Στο απεριτίφ, ο Νταν (μερικές φορές τον φωνάζαμε Ντάνι) αποφάσισε ότι ήλθε η στιγμή να φτιάξει τσιγαριλίκι. Το είπε μ΄ ένα πονηρό ύφος. Το bourguignon σιγοέβραζε κι όλο το διαμέρισμα μοσχοβόλαγε προκαλώντας μου καταρράκτες σάλιου.
Ο Νταν έκατσε πάνω στο χαλί κι έβγαλε τα εργαλεία του από ένα κουτάκι σε σχήμα σκαραβαίου. Είναι γαλλικό χόρτο, τονίζει, καλλιεργημένο στα οροπέδια του Μερκαντούρ .
«Θα δεις καλέ μου. Δεν θα το μετανιώσεις…» μου πετάει πριν να μου κάνει ολόκληρη τοπογραφία για την ποιότητα του προϊόντος.
Του λέω ότι λυπάμαι για τον παππού του, αλλά δεν φαίνεται να τον βασανίζει ιδιαίτερα ότι πέθανε. Η αδιαφορία του μ’ εκπλήσσει, ίσως γιατί μοιάζει πολύ με τη δική μου τελικά, και μου φαίνεται παράξενο να έχουμε ένα κοινό σημείο. Πάντα είναι παράξενο να βρίσκεις κάτι απ’ τον εαυτό σου σε κάποιον που εκτιμάς μέτρια. Στο νου μου έρχεται η αιώνια σκέψη ότι είμαστε όλοι τόσο ασήμαντοι. Μετά από μια ολόκληρη ζωή, που δούλεψες, παντρεύτηκες κι έκανες παιδιά, που τα ‘βαλες με τα σκατά για να τους ευχαριστήσεις όλους, χάνεσαι κι όλοι χεστήκανε. Έτσι είναι… Και μετά θα με ρωτήσουν γιατί είμαι τόσο εγωιστής.
Ο Νταν βγάζει το χόρτο του από μια μικρή τσάντα και μου το βάζει κατευθείαν κάτω απ’ τη μύτη:
-Κι αυτό, είναι σαν το κρασί και τα ποτά: έχεις τις καλές και τις κακές χρονιές!
Κι αυτή τη φορά, είναι ανώτερη ποιότητα, εγγυημένη… Ο Νταν το κονφερμάρει μέχρι βαρεμάρας. Ο παραγωγός είναι φίλος του. Τον ξέρει αιώνες. Mόνο φυτικά λιπάσματα χρησιμοποιεί, καμιά βρωμιά μέσα, βιολογικό μαύρο, αν θες. «Για μύρισέ μου αυτό!». Αληθινή βόμβα: «Και για τα ίδια λεφτά, η ποσότητα είναι σχεδόν διπλή… ναι βρε!»
Εκστασιάζομαι και χαίρομαι. Ίσως να έπρεπε και να τον συγχαρώ, δεν ξέρω. Θα ήθελα να αυτοχειροκροτηθώ, αφού η εκτίμησή μου μοιάζει αληθινή και σαν να μην έχει τέλος. Αυτόν, τον Νταν, τον βλέπω ικανοποιημένο. Πέτυχα να είμαι πειστικός. Λέει ακόμα ότι, πριν φύγω απόψε, θα μου δώσει λίγο για να έχω σπίτι μου κι, αν θέλω, να του κάνω ένα τηλεφώνημα, θα εκπλαγώ επίσης με το πόσο γρήγορα μπορεί να μου φέρνει το πράγμα.
Ο Νταν σκίζει ένα τσιγάρο κι απλώνει τον καπνό σ’ ένα φαρδύ φύλλο Rizla, που μετά πασπαλίζει με χόρτο. Κόβει με προσοχή ένα κομμάτι μαλακό χαρτόνι και το στρίβει. Χωρίς αμφιβολία, ο τύπος είναι επαγγελματίας. Σε λιγότερο από δυο λεπτάκια, μου δείχνει ένα μακρόστενο τσιγαριλίκι, απόλυτα καλαίσθητο, και μου προσφέρει για να το σκάσω. Με τιμά. Θα ήταν κακούργημα ν’αρνηθώ. Σήμερα, κάνει ό,τι μπορεί να μου δείξει κάποια συμπάθεια.
Με την πρώτη τζούρα σβήνω. Έχω πολύ καιρό να καπνίσω. Το τσιγάρο μου ξεφεύγει και πέφτει πάνω στο μαροκινό χάλι από μαλλί κατσίκας. Η Κατερίνα, που στρώνει τραπέζι, γελάει και με κοροϊδεύει. Ο Νταν πέφτει αμέσως στα γόνατα, πριν το χνουδωτό χαλί πιάσει φωτιά κι εγώ τρέχω στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. Μια απαίσια μυρωδιά καμένου μαλλιού σκορπίζεται σ’όλο το σαλόνι. Με μάτια τυφλωμένα απ’ τα δάκρυα, πέφτω πάνω στην πόρτα κι η φίλη μου σκάει στα γέλια. Τα έχω παίξει.
Όταν γυρίζω στο σαλόνι, ζητάω να μάθω νέα για το χαλί: καλά είναι, λίγο μαυρισμένο απ’ τη στάχτη. Η Κατερίνα λέει να μη στενοχωριέμαι, θα το καθαρίσει αργότερα. Το μέτωπό μου τσούζει. Ο Νταν λυπάται, πίστευε ότι κάπνιζα. Του απαντώ ότι και βέβαια καπνίζω (αφού μ’ έχει δει κι από παλιά, τι ζητάει άραγε;) Αυτή τη φορά όμως κατέβηκε στραβά.
Έρχεται η Κατερίνα, κοιτά το μέτωπό μου και κάθεται ανάμεσα στα γυμνά πόδια του γκόμενού της. Νοιώθω ξαφνικά ότι περισσεύω. Ποτέ δεν θα μπορέσω να της μιλήσω, ποτέ δεν θα μπορέσει να μου ρίξει τα ταρό… Δεν μπορούσε να κάτσει στη Νίκαια ο άλλος;
Αυτό που μισώ, είναι όταν ο Νταν πασπατεύει την Κατερίνα μπροστά μου, λες κι η παρουσία μου τον αναγκάζει να μου δείχνει ότι αυτή η γυναίκα είναι δική του και κάνεις άλλος δεν την αγγίζει… Δεν πιάνω γιατί το κάνει αυτό, και κάπου χέστηκα. Να τη φιλάει, εντάξει, αλλά δεν μιλάω για φιλιά μόνο. Όταν είναι ντίρλα ο ξανθούλης, το πράγμα χειροτερεύει, αφού γίνεται σχεδόν ανεξέλεγκτος. Ψάχνει τρόπους να τη βασανίσει. Να την εξευτελίσει επί τόπου! Μετά σε κοιτάει, σαν αυτά τα σκυλιά που περνάνε κρίση και σου γαμάνε τις γάμπες, αφού σε καρφώσουν μ’ ένα εντελώς ηλίθιο βλέμμα.
Αναρωτιόμουν πάντα, αν η φαντασίωσή του για τρίγωνο (το είχε αναφέρει κάποιες φορές, χωρίς να καθορίζει αν ο τρίτος θα ήταν άντρας ή γυναίκα) δεν του είχε θολώσει λίγο τα μηνίγγια. Η ιδέα να κάνω σεξ με τη φίλη μου δεν θα μου ερχότανε ποτέ. Μ’ αυτόν, ίσως, αφού το σεξ δεν έχει μυαλό, αλλά με την Κατερίνα!
Τέλος πάντων, εκεί είμαστε: Ένας Νταν που χαχανίζει μπρούμυτα πάνω σε μια ψευτονευριασμένη Κατερίνα που τον σπρώχνει. Εγώ, απέναντί τους, χωμένος στην πολυθρόνα, κάνω λες και δεν έχω καταλάβει τίποτα, όπως πάντα.
Ο Νταν λέει: «Γκόμενες σαν εσένα, δεν υπάρχουν πολλές. Τέτοιο στήθος, κάνει τους άντρες τρελούς». Κι άλλα παρόμοια.
Στ’ αλήθεια, η Κατ, έχει βυζί μεγαλόψυχο, με τέλειο όγκο, ολοστρόγγυλο και γενναιόδωρο, απαλό για χάδια, σα φιλόξενο μαξιλάρι. Ένα στήθος που αντιδρά αμέσως στον έρωτα. Το ξέρω, την έχω δει να γαμιέται.
Προσωπικά, όλα αυτά που λέει ο Νταν, τα βρίσκω λίγο βαριά κι ακόμα πιο πολύ σήμερα, που έχω αρχίσει να ανυπομονώ και να πεινάω αφάνταστα. Ευτυχώς, η Κατερίνα απαγκιστρώνεται απ’ την αγκαλιά του και φεύγει στην κουζίνα, να ρίξει μια ματιά το φαΐ.
Ο Νταν αποφασίζει ότι δεν «έφυγε» αρκετά και πρέπει να στρίψει ένα δεύτερο τσιγάρο. Μου κλείνει το μάτι και τακτοποιεί τον πούτσο του, που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τα σορτς του. Αναρωτιέμαι για μια στιγμή μπας και τον βγάλει έξω για να μου δείξει πόσο σκληρός είναι. Όλη αυτή η καινούργια οικειότητα με δυσαρεστεί λίγο. Η ατμόσφαιρα είναι παράξενη. Κάτι μου διαφεύγει.
Αυτή τη φορά, ετοιμάζει ένα τσιγαριλίκι σχεδόν ανέρωτο. Η γλώσσα του βρέχει το χαρτί και το στρίβει με προσοχή. Περιέργως, μ’ ανάβει λίγο. Μετά μου διηγείται την πρώτη του μαστούρα (αυτό κι αν είναι νέο!) και με ρωτάει αν συχνάζω ακόμα στα μπαρ τα βράδια. βέβαια, τού απαντάω δεν έχω σταματήσει. Δείχνει ικανοποιημένος. Εμπιστευτικά, σκάζοντας το τσιγάρο, λέει ότι έχει «δοκιμάσει» παλιά, και πρέπει να καταλάβω ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δεν πιάνω ακριβώς τι θέλει να πει, αλλά φαντάζομαι ότι μιλάει για σεξ. Και καλά κατάλαβα: πριν από χρόνια, με τον καλύτερό του φίλο, είχανε μαστουρώσει με μαύρο και πάρει κοκαΐνη. Η κοκαΐνη, σε διεγείρει, ο καθένας το ξέρει. Δεν θα μπορούσε να πει ότι ήταν κακό, αλλά είχανε κάνει μόνο απλά πράγματα: κάποια χάδια κι είχανε τραβήξει μια μαλακία ο ένας στον άλλον. Σχεδόν τίποτα, θα έλεγε… Τον ενδιέφεραν πολύ οι καινούργιες εμπειρίες. Γι αυτό, αν η ευκαιρία του ξαναερχότανε, μάλλον δεν θα έλεγε όχι…
Νοιώθω αμέσως στο κέντρο του ενδιαφέροντός του. Το βλέμμα του υγραίνεται. Χωρίς αμφιβολία, ο τύπος μου κάνει πρόταση. Απίστευτο! Δεν έχει πραγματικά κανένα ενδοιασμό. Κι αυτό που αναρωτιόμουνα εδώ κι αρκετόν καιρό μόλις είχε βρει απάντηση: η Κατερίνα είχε όντως πέσει πάνω σε αμφί. Το περίμενα. Κάτι μυριζόμουν. Ο Νταν το γούσταρε και το πουλί. Καημένη μου φίλη! Ελπίζω ότι παίρνει προφυλάξεις γιατί, εκτός του ότι ο τύπος φαίνεται να έχει αρκετά οξυμένη λίμπιντο, έχει και μυαλό κουκούτσι. Να κολλάς στον καλύτερο φίλο της γκόμενάς σου, δεν είναι καθεαυτό ακατανόητο, αλλά να το κάνεις εκεί, στο σπίτι της, κάτω απ’ τα μάτια της, μου φαίνεται απαράδεκτο. Αυτή η έλλειψη ηθικής, είναι ακριβώς το γιατί τον έχω λίγο χεσμένο, τον Νταν. Από την άλλη , όμως, έχει πολύ καλό σώμα, στ’ αλήθεια, κι υπάρχει όγκος κάτω απ’ τη ζώνη. Δεν πρέπει να βαριέται και πολύ η Κατερίνα… Κι οι ξανθοί, πάντα τους είχα αδυναμία. Σε μιαν άλλη διάσταση, σίγουρα θα του είχα προσφέρει κάποια μαθήματα από τάντρα γιόγκα, σίγουρα, αλλά, αγαπάω πολύ την Κατερίνα για να της κάνω τέτοια πουστιά. Για απάντηση, του κάνω πάλι τον χαζό και γυρίζω την κουβέντα στη δουλειά. Ελπίζω να μη μου έλθει ξαφνικά σπίτι κάποιο βράδυ, γιατί μου είναι αρκετά δύσκολο ν’ αρνηθώ ένα καλό γαμήσι. Τι σκατά!
Εντάξει, ο Νταν έχει και τα καλά του. Δεν πρέπει να τον κριτικάρω έτσι συνέχεια, γιατί είναι κάπως άδικο. Πάντα είναι έτοιμος να βοηθήσει. Αν δεν ήταν κι η αρρώστια του με τη ζήλια, θα μπορούσαμε και να είμαστε φίλοι. Αυτός φτιάχνει το πλυντήριό μου όταν χάνει νερά. Μου κάνει και ψιλοδουλειές εκεί και που. Είναι λίγο χοντροκομμένος, αλλά σαν παιδάκι. Κι ειλικρινής, με το δικό του τρόπο. Αυτό μάλλον αρέσει, το παντοτινά αθώο του ύφος. Όταν δεν νοιώθει υποχρεωμένος να σου αποδείξει ότι καυλώνει, μπορεί και να έχεις κάποια κουβέντα. Του αρέσει το σινεμά, και σιχαίνεται το ποδόσφαιρο. Μόνο γι αυτό, παίρνει μεγαλύτερη αξία στα μάτια μου. Μετά την εξομολόγησή του όμως, δεν με βλέπω πια να τον καλέσω να ελέγξει τα υδραυλικά μου και θα πρέπει μάλλον να βρω καινούργιο υδραυλικό. Τι σκατομέρα, δεν είναι;
Η Κατερίνα ξαναεμφανίζεται στην πόρτα του σαλονιού και λέει, σε στυλ αεροσυνοδού, ότι όλα είναι έτοιμα. Μπορούμε να περάσουμε στην τραπεζαρία.
Υπάρχει όμως ένα προβληματάκι: δεν μπορώ να σηκωθώ! Το τελευταίο τσιγαριλίκι μου ‘κανε το κεφάλι κομμάτια κι οι γλουτοί μου έχουν καρφωθεί στην πολυθρόνα. Ο Νταν πιάνει τι συμβαίνει κι έρχεται σε βοήθεια. Μουρμουρίζει κάτι ολότελα ακατανόητο. Είμαι out of service. Με πιάνει απ’ τις μασχάλες, με σηκώνει χωρίς πολύ κόπο – Εύκολο, δεν πρέπει να ζυγίζω πάνω από καμιά δεκαριά κιλά - και με σέρνει στο τραπέζι. Πέφτω πάνω στην καρέκλα αρκετά εξαντλημένος. Το κορμί του μυρίζει σεξ. Σίγουρα το είχαν κάνει πριν έλθω. Η καλοσύνη του με συγκινεί ιδιαίτερα και μ’αναγκάζει να ομολογήσω πως έσφαλα μαζί του. Γρήγορα όμως με καθησυχάζω: μαστουρωμένος, αγαπώ ό,τι ζει πάνω στον πλανήτη, ακόμα και τη συνάδελφό μου τη Σαντρίν. Γιατί όχι και τον Νταν λοιπόν;
Η Κατερίνα σερβίρει με βιασύνη το πρώτο πιάτο. Λέει πως πρέπει να φάω κάτι. Θα μου κάνει καλό. Η τραπεζαρία στριφογυρίζει κι οι λέξεις έρχονται σαν από μακριά, τυλιγμένες σε βαμβάκι. Στο πιάτο μου βλέπω ξαπλωμένο κάτι πλατύ και πορτοκαλί, είναι καπνιστός σολωμός με μια σάλτσα από λεμόνι και κάπαρη. Τρώω. Είναι δροσερός κι ελαφρύς. Αρκετά νόστιμος. Με τη σάλτσα καταπίνω μια μεγάλη ποσότητα ψωμί.
Ο Νταν ανοίγει προσεκτικά το κρασί με το τιρμπουσόν. Μιλάει ποιητικά για το χρώμα και το άρωμά του. Γεμίζει τα ποτήρια μας σιγά-σιγά και μας λέει για το ταξίδι του, πριν τρία χρόνια, στο Δρόμο του Κρασιού στη Βουργουνδία. Δεν έχει σταματήσει καθόλου την κουβέντα από τότε που ήρθα. Είναι απίστευτο! Είχε φύγει με παρέα την πρώην του για να κάνουν τον παραδοσιακό γύρο των Μεγάλων Δουκών και, τι δεν είχαν κάνει… Περάσανε μούρλια. Είχαν πιει τα’ άντερά τους στις κάβες. Δοκίμαζαν όλα τα κρασιά, απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Όταν γύρναγαν στο ξενοδοχείο, δεν μπορούσε να του σηκωθεί από την τύφλα του αλλά, αξέχαστο, το ταξίδι!
Η ιστορία έχει όντως πλάκα, τη λέει παραστατικά. Σαν να’ σαι κι εσύ εκεί. Η Κατερίνα, όμως, κρεμάει μούτρα. Δεν πολυγουστάρει να της λένε για τις πρώην τους. Εγώ, την καταλαβαίνω, δείχνει – το λιγότερο - κάποια έλλειψη ευγένειας, αυτό. Αφού ξαναμαζεύω λίγο τα μυαλά μου, προσπαθώ ν’ αλλάξω την κουβέντα. Μιλάω για το φαΐ και ζητάω λίγη μουσική.
Η πείνα μου δεν έχει πια όρια. Το λεμόνι μου άνοιξε την όρεξη, το στομάχι γουργουρίζει ανυπόμονο. Η Κατερίνα φέρνει το κρέας. Όταν σηκώνει το καπάκι, η μυρωδιά είναι σκέτη αμαρτία. Τεντώνω το πιάτο μου στη στιγμή σαν πιτσιρίκι, ενώ μαζεύω δυο τρεις φέτες ψωμιού για ρεζέρβα. Καταβροχθίζω αστραπιαία λες και θα μου το κλέψουν, το φαΐ, κι αμέσως ξαναζητάω δεύτερη δόση. Είναι λίγο αγενές, το ξέρω, αλλά τι να κάνω; Όλοι φαίνονται ικανοποιημένοι που με βλέπουν να τρώω έτσι σαν γουρούνι: η Κατερίνα χαίρεται, ο Νταν χαίρεται, ακόμα κι η γάτα μού φαίνεται ότι χαίρεται! Δεν μπορώ να τους απογοητεύσω, δεν είναι;
Τρελάθηκα. Οι θηλές της γλώσσας μου το ίδιο. Το στόμα μου πλημμύρισε γεύσεις. Το πέτυχε το Bourguignon, η Κατ. Νά ’ναι καλά! Καθαρίζω το πιάτο μου με πλατειά κομμάτια ψωμιού. Μού ’ρχεται και να το γλύψω! Αλλά ξαφνικά έχω μπουκώσει. Αφήνω τα τυριά και το επιδόρπιο. Τέλειωσα. Δεν πάει τίποτα άλλο κάτω. Η Κατερίνα δέχεται τα συγχαρητήρια του Νταν: Μπράβο! Σηκωνόμαστε και πάμε πίσω στο σαλόνι για τον καφέ. Ο Νταν ετοιμάζει τσιγάρο, αφού η Κατερίνα δεν είχε πάρει ούτε τζούρα. Δεν έχουμε προλάβει να μιλήσουμε ακόμα για το πρόβλημά μου.
Στη Νίκαια, λέει ο Νταν, βρίσκεις ό,τι θες. Οι Ξυρισμένοι της ακροδεξιάς δεν έχουν και πολλά να φοβηθούν απ’ την αστυνομία και πουλάνε το μαύρο στα σοκάκια της παλιάς πόλης: «Τακ-τακ … σε κάποια γωνιά, σου τραβάνε το ρευστό και παίρνεις τη δόση σου στο άψε-σβήσε…» Σε δυο δευτερόλεπτα η συναλλαγή έχει ολοκληρωθεί, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.
-Τελικά, προσθέτει ο Νταν, ο πόλεμος μεταξύ ξυρισμένων κι Αράβων, είναι περισσότερο για το εμπόριο των ναρκωτικών παρά από ρατσισμό. Και σίγουρα, όχι τόσο όσο θέλουν να μας κάνουν οι πολιτικοί να πιστέψουμε…
Μού φαίνεται λίγο τραβηγμένο να υποστηρίζει μια τέτοια ιδέα αλλά, έτσι κι αλλιώς, εγώ έχω πλήρη άγνοια πάνω σ’ αυτό το θέμα, άρα μπορεί να λέει ό,τι θέλει.
Τραβάμε κάποιες τζούρες ενώ η Κατερίνα λέει ότι, εδώ κι αρκετόν καιρό, είναι γεμάτη απορίες σχετικά με τη δουλειά της. Κι εγώ το ίδιο, της λέω. Έχει συνέχεια την εντύπωση ότι δουλεύει για μιαν αίρεση. Οι συνάδελφοί της, όταν έρχονται από άλλες θυγατρικές, εκτός του ότι όλοι είναι αρκετά νέοι πια, μοιάζουν μεταξύ τους λες κι είναι κλώνοι, σαν να ‘χουν περάσει την προσωπικότητά τους από τόρνο. Ακόμα και τα ρούχα τους είναι ίδια. Η συμπεριφορά τους, το ίδιο. Φοβάται λίγο: «Κοιτάξτε, θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας μ’ έναν ιερό τόπο, το σύμβολό της μ’ ένα τοτέμ. Τα στελέχη μοιάζουν να ιερουργούν γύρω από έναν πρόεδρο-γκουρού. Κι όλοι χρησιμοποιούν πανομοιότυπα λόγια, σαν να ’ναι πιστοί κάποιας αίρεσης!
-Τι καλό! λέω, ακριβώς αυτό βλέπω κι εγώ στον τουρισμό…
-Βλέπεις, Ερβέ μου, αρκεί να κοιτάς λίγο γύρω σου, ν’ ακούς, και το πιάνεις αμέσως. Πίστευα πως ήμουν η μόνη που το παρατηρούσε.
-Όχι, καθόλου! Εγώ το βλέπω και στα προγράμματα. Όλα μοιάζουν τελικά. Οι μικρές διαφορές που υπάρχουν, είναι μόνο για να παραπλανηθεί ο πελάτης σχετικά με τις τιμές.
Ο Νταν κοιτά την Κατερίνα μ’ ένα βλέμμα θαυμασμού. Στην οικοδομή, δεν έχουν τέτοιου είδους προβλήματα.
Αρπάζω την ευκαιρία αυτή και μιλάω για το δικό μου πρόβλημα και το κακόγουστο κόλπο που μού ’στησε η Ελένη, για να με στείλει στο συνέδριο μ’ έναν εντελώς ψεύτικο τίτλο, χωρίς καμιά σχέση με την πραγματική μου δουλειά, κι αυτό (είμαι σίγουρος) μόνο και μόνο γιατί, για κάποιο σκοτεινό δικό της λόγο, με θέλει κοντά της. Τραβάω την κουβέντα προς τις εντυπώσεις μου για τους Υπεύθυνους Προϊόντων και την απόλυτη λατρεία που δείχνουν στην εργοδότριά τους εταιρεία. Φθάνω στα ίδια συμπεράσματα με τη φίλη μου:
-Την εξάρτησή τους από μια μυστική σχεδόν οργάνωση, την καταλαβαίνεις ακόμα κι απ’ τον τρόπο που μιλάνε για τον εαυτό τους σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο κι απ’ την τάση να κάνουν παρέα μόνο με συναδέλφους τους…
-Το ίδιο και σε μας!
-Και ξέρεις… Αυτή η παρανοϊκή εμμονή τους στο πλάνο εργασίας: όλη η ζωή τους – ακόμα κι η προσωπική – στρέφεται γύρω απ’ αυτό. Είναι η Βίβλος τους. Υπεροψία, πόθος για εξουσία, ευλαβική αφοσίωση στον πρόεδρό τους… Όλα αυτά, δίνουν δικαιολογία ακόμα και για τους πιο βρώμικους χειρισμούς. Μεγάλο λάθος κάνει η Ελένη. Πώς εκεί, στις Βρυξέλλες, θα μπορέσω να περάσω σαν ένας από δαύτους; Δεν τους μοιάζω με τίποτα!
-Σίγουρα…
-Και τι θα κάνω;
-Θα προσπαθήσεις να κατεβάσεις ρολά στο μυαλό και να περάσεις καλά…
Ο Νταν είχε ξαπλώσει στον καναπέ, με το κεφάλι αφημένο πάνω στα πόδια της Κατερίνας. Σηκώνομαι να φέρω νερό και να πάρω λίγο γλυκό. Η γάτα μ’ ακολουθεί στην κουζίνα εκλιπαρώντας για κροκέτες, αλλά η Κατερίνα μού λέει να μην της δώσω τίποτα, ούτε γάλα, γιατί είναι σε δίαιτα. Γυρνώντας στην πολυθρόνα μου, συνέχισα αμέσως την κουβέντα:
«Βλέπεις Κατ, όταν κανείς αντικαταστήσει την τιμιότητα με την υποκρισία, τη συναλλαγή με την παρενόχληση, μπορείς να πεις ότι έχει γίνει στέλεχος κάποιας μεγάλης φίρμας… Όταν αρχίζεις τα παζάρια για έκπτωση ενός ευρώ σε κάθε διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο, αναγκάζεις τον ιδιοκτήτη να μειώσει την ποιότητα των υπηρεσιών που μπορεί να προσφέρει στον πελάτη. Το φαγητό χειροτερεύει, η καθαριότητα περιορίζεται σε πασαλείμματα, το προσωπικό λιγοστεύει. Η καθαρίστρια δουλεύει στο πόδι και, αφού δεν πληρώνεται καλά, σου φέρεται σαν ζώον. Στο τέλος ο πελάτης τα πληρώνει και πάλι. Πολλές φορές, μου γυρνάνε απ’ τις διακοπές τους γκρινιάζοντας και το πρακτορείο μοιάζει όλο και περισσότερο με γραφείο παραπόνων. Έχω ακούσει τα πιο απίστευτα πράγματα, πίστεψέ με… Πίσω απ’ τις προσφορές των καταλόγων βρίσκεις συχνά την εγγύηση για αποτυχημένες διακοπές…
Η γάτα πήδηξε ξαφνικά πάνω στα πόδια μου κι άρχισε να στριφογυρίζει: «Έχει καύλες η γάτα σου, το ξέρεις; λέω στην Κατερίνα.
-Το ξέρω, άρχισε χθες. Είναι οικογενειακό το πρόβλημα τούτες τις μέρες… μού πετάει κοιτάζοντας τον Νταν.
-Θα την πας στον κτηνίατρο;
-Μάλλον μέσα στη βδομάδα».
Η γάτα σηκώνει τον κώλο της σε κάθε μου χάδι και με κοιτάει λες και μ’ έχει ερωτευθεί. Πρέπει να ομολογήσω πως έχω πολλή επιτυχία τελευταία… Στη στιγμή γυρνάει ανάσκελα για να τη χαϊδέψω στην κοιλιά. Το τρίχωμά της είναι πολύ απαλό: «Αυτό που λέγαμε, πριν, σχετικά με την κλωνοποίηση, το πιστεύω πραγματικά και ισχύει και για τους πελάτες. Κάνουν όλοι τις ίδιες διακοπές. Ίσως κι αυτό να θέλουν τελικά. Οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι είδος υπό εξαφάνιση. Γενικά θυμούνται το δωμάτιό τους, την καθαριότητα, το φαΐ, άντε και τον ξεναγό τους… αλλά σχεδόν τίποτα για όσα έχουν δει. Με τους ντόπιους δεν διασταυρώνονται παρά μόνο στα μαγαζιά των σουβενίρ. Το κοινό σημείο συνάντησης των τουριστών είναι τα λεφτά, πάντα. Όχι κι ο σωστότερος τρόπος για να δημιουργήσεις μιαν αληθινή επαφή…»
Η γάτα τα έχει παίξει τελείως. Αρχίζω να της κάνω μασάζ. Ανοίγει το στόμα της και κρεμάει τη γλώσσα της έξω εκστασιασμένη.
«… απογοητεύομαι σιγά-σιγά με τη δουλειά μου. Κάτι αρχίζει να λείπει σοβαρά απ’ τη ζωή μου. Με την Ελένη βέβαια, καλά τα πάμε. Γνωριζόμαστε έντεκα χρόνια, το φαντάζεσαι! Θέλει ν’ ανοίξει καινούργιο πρακτορείο, πολύ κοντά στο σπίτι μου. Με προορίζει για διευθυντή εκεί. Εγώ όμως δεν έχω καμία διάθεση να δεχτώ και δεν ξέρω πώς να της το πω. Αυτό που θα ήθελα πραγματικά να κάνω, είναι να φύγω… Όχι μόνο σε ταξίδι, αλλά να τα πουλήσω όλα και να εξαφανιστώ. Πνίγομαι… Όλες οι μέρες μού φαίνονται ίδιες. Δουλειά, σινεμά, κανά γαμήσι που και που… Κάποιες φορές μού ‘ρχεται να τρελλαθώ… Όταν είμαι έτσι, βγαίνω έξω και πετάω λεφτά. Ηρεμώ για λίγο, και την επόμενη στιγμή, ξαναβρίσκομαι στο γραφείο με τις κοπέλες που μ’ έχουν χεσμένο τελευταία. Δεν βλέπω πια γιατί ζω εντέλει. Άλλα όνειρα είχα… Πες μου, θά ‘θελες να μού ρίξεις τα ταρό;»
Απάντηση όμως δεν πήρα. Όταν σήκωσα το κεφάλι, είδα μ’ έκπληξη το ακροατήριό μου ολότελα αποβλακωμένο! Τελικά, τόση ώρα, μιλούσα μόνος μου. Ο Νταν είχε βουλιάξει μέσ’ στα μαξιλάρια κι η Κατερίνα, ξαπλωμένη πάνω στο στήθος του, είχε κλείσει τα μάτια σαν να κοιμότανε.
Έμεινα σιωπηλός για μισή ωρίτσα ακόμα, χαϊδεύοντας τη γάτα που είχε σηκωθεί και γουργούριζε. Κοίταξα το ρολόι μου: ήταν αργά, σχεδόν μεσάνυχτα. Μετά από λίγο, αποφάσισα πως είχε έλθει η στιγμή να φύγω.
Με κεφάλι βαρύ και πόδια κομμένα, ξύπνησα τη φίλη μου και την τράβηξα προς το διάδρομο. Μ’ ακολούθησε με τα μάτια της γαρίδες και με φίλησε. Ο Νταν είχε γυρίσει μπρούμυτα κι ο κώλος του φάνταζε σαν ένα ζευγάρι στρουμπουλά βουνάκια ανάμεσα στα μαξιλάρια. Όταν ανοίξαμε την πόρτα, είπα στη φίλη μου ότι μ’ εξέπληξε πολύ η ριζική αλλαγή του γκόμενού της απέναντί μου: «Είναι φυσικό, μου απάντησε, του είπα ότι είσαι γκέι. Ήταν η καλύτερη λύση, για να μας αφήσει ήσυχους και να μπορούμε να βλεπόμαστε όπως παλιά…
-Και λοιπόν, όλο το σκηνικό ήταν από τη ζήλια του για σένα;
-Σίγουρα! Τελικά, σε βρίσκει πολύ συμπαθητικό. Μού το ‘πε όταν πήγες στο μπάνιο. Και στενοχωριέται που δεν σου φερόταν καλά πριν…»
Το είχα καταλάβει ότι με «συμπαθούσε…» Δεν της είπα τίποτα βέβαια για την προσφορά του να γίνω σύντροφός του σε αντρικά παιχνίδια. Θυμήθηκα ότι έπρεπε να βρω καινούργιο υδραυλικό και φίλησα τη φίλη μου. Ορκιστήκαμε, όπως κάθε φορά, να μη μείνουμε τόσον καιρό χωρίς να συναντηθούμε ξανά, και κατέβηκα με προσοχή τις σκάλες. Σπρώχνοντας την εξώπορτα, σκεφτόμουν πως η επίσκεψη διόλου δεν είχε λύσει το πρόβλημά μου.
Ήθελα πολύ να ξαπλώσω και γρήγορα. Μια διακτίνιση, όπως στο Σταρ Τρεκ, θα ήταν το ιδανικό. Δίσταζα να πάρω το μετρό τόσο αργά, ήταν κι επικίνδυνο, ιδιαίτερα στην κατάστασή μου. Πήρα ταξί. Ο οδηγός, ένας αφρικανός που λεγότανε Ν’ντιέ, είχε πολλή όρεξη για κουβέντα, αλλά ήμουν πολύ λιώμα για να πιάσω την πάρλα μαζί του. Με κοιτούσε ασταμάτητα μέσα απ’ τον καθρέφτη και, μετά από κάμποσο, με ρώτησε μήπως κι είχα λίγο «πράγμα» να του δώσω κι, άντε, μόνο για ένα τσιγάρο αν γινότανε, κι ακόμα ας το πίναμε και μαζί. Μάλλον η φάτσα μου ήταν εντελώς ξεχειλωμένη για να τολμάει να μου κάνει τέτοια ερώτηση. Δυστυχώς, η προσφορά του Νταν είχε χαθεί μαζί μ’ εκείνον πάνω στο χαλί, κι εγώ, σ’ ένα ατέλειωτο κενό, επέστρεφα άπρακτος.
19:05 Publié dans Traductions en grec | Lien permanent | Commentaires (0) | Envoyer cette note


